Ο Φύλακας της Δύσης
Στις 7 Ιουλίου του 1985, ενώ η Εύα Λέι ντυνόταν με τη μπορντό μεταξωτή μπλούζα και την στενή λευκή της φούστα ως το γόνατο, ένα ομολογουμένως πολύ κομψό σύνολο, είχε μια παράξενη γεύση στο στόμα. Της θύμισε την καπνιστή πέστροφα, απ’ αυτές που την υποχρέωνε να φάει κάθε πρωί η νταντά της στο σπίτι του Σεν Τζον ’ς Γουντ.
Στα δώδεκα, η οικογένειά της υπέστη μια ισχυρή οικονομική καταστροφή. Ο κυριότερος λόγος ήταν ο θείος της και διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας, ο οποίος έφυγε χωρίς ίχνη, αλλά με όλα τα υπόλοιπα, κάπου στη Νότια Αμερική.
Έτσι ο πατέρας της Εύας Λέι αναγκάστηκε να απολύσει το προσωπικό, δηλαδή την νταντά, την μαγείρισσα, τις δύο υπηρέτριες και τον σοφέρ του. Μετά πούλησε το σπίτι στο Σεν Τζον ‘ς Γουντ και πολλά απ’ τα κοσμήματα που είχε κάνει δώρο στη μητέρα και μετακόμισαν στο νεοκλασικό του Πειραιά που διατηρούσαν μόνο για τις επισκέψεις τους στην Ελλάδα. Ήταν το πατρικό του παππού της Εύας Λέι, του πατέρα του πατέρα της και του απατεώνα θείου. Ένα δίπατο κτίριο με ψηλά ταβάνια και μπελβεντέρε που, αν η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, έβλεπε κανείς ως την Αίγινα. Ήταν η μόνη κληρονομιά του πατέρα που δεν ανήκε στην εταιρεία του Λονδίνου. Αντίστοιχα, ο θείος είχε πάρει το κτήμα στην Κέρκυρα, μαζί με τα κτίρια, τους στάβλους και τα άλογα που περιείχε. Όλα τα άλλα ήταν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας που είχαν ιδρύσει ο παππούς και ο πατέρας τους και αργότερα ο θείος που, όχι μόνο δεν ξεκοκκάλισε την περιουσία των προγόνων, αλλά την πολλαπλασίασε, επενδύοντας στην ναυτιλία και αργότερα σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, όπως τα υπεράκτια αιολικά πάρκα σε ολόκληρη τη Δυτική Μεσόγειο, δηλαδή σε Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο, Ισπανία και Νότια Γαλλία.
Καταλαβαίνω ότι ίσως δυσκολεύεστε να κρατήσετε στο μυαλό σας την ακολουθία των γεγονότων, αλλά είναι πράγματι απαιτητικό να γεννηθεί κάποιος σε μια τόσο μεγαλοαστική οικογένεια. Ιδιαίτερα όταν η ζωή όλων στηρίζεται σε ένα πολύπλοκο σύστημα ανόργανων εταιρικών λαβυρίνθων.
Τα χρήματα βεβαίως δεν ήταν ποτέ θέμα συζήτησης στο σπίτι της Εύας Λέι. Δεν ήταν κομψό για την σειρά τους να συζητούν για κάτι τόσο ευτελές, σε αντίθεση με όσους ανήκαν στις τάξεις εκείνες που ήταν υποχρεωμένοι να σκέφτονται συνεχώς τον επιούσιον. Ο πατέρας της, σε αντίθεση με τον ακατανόμαστο αδερφό του, ακολουθούσε πιστά τη γραμμή της ευγενικής του καταγωγής. Στα επτά ήταν ήδη πρωταθλητής της ιππασίας και αργότερα αθλητής του αγωνιστικού σκι. Έπαιζε φανατικά τένις, μελετούσε τα συγγράμματα της ανθρωπότητας, μιλούσε οκτώ γλώσσες, κάπνιζε πίπα και όταν έμπαινε στο σπίτι έβγαζε το σακάκι που φορούσε και έβαζε την μπορντό του ρόμπα με την ασορτί ζώνη που κατέληγε σε μπορντό φουντάκια.
Ο πατέρας ήταν ο ιδανικός άντρας για την Εύα Λέι, ο πιο όμορφος, ο πιο κομψός, ο πιο ευγενής. Έτσι όταν τον έχασε με εκείνον τον φρικτό τρόπο στην ευαίσθητη ηλικία των δεκατριών ετών, πάγωσε εντελώς και ένιωσε σταδιακά να κατοικεί στον κόσμο του ύπνου, χωρίς να κοιμάται στην πραγματικότητα. Ίσως έφταιγε και το μικρούτσικο χαπάκι που της έδωσαν για πρώτη φορά μετά το συμβάν, μαζί με τη βραδινή της σοκολάτα με τα δύο μπισκότα κανέλλας. Αυτή η εξάρτηση για τη «βραδινή σοκολάτα» κράτησε σε όλη την εφηβεία της Εύας Λέι. Θα την αντάλλαζε στο λεπτό όμως για να ξαπλώσει μία ακόμα φορά στο παχύ χαλί της βιβλιοθήκης και να διαβάσει στην αγκαλιά του πατέρα. Αλλά δεν μπορούσε.
Έτσι η μόνη ευχαρίστηση τελικά, κι αυτή κρυφή, ήταν να χαϊδεύει το γυμνό της λαιμό κάτω απ’ τα σκεπάσματα όταν έπεφτε τις νύχτες στο κρεβάτι, ενώ έφερνε στο μυαλό της το μεγάλο ρολόι στην βιβλιοθήκη να γυρίζει τους δείκτες του προς τα πίσω, και ο χρόνος, (ω αυτός ο ανέμελος λίγος χρόνος!) να κινεί ανάποδα την εικόνα του πατέρα. Να ξετυλίγει εκείνο το απαίσιο σκοινί και να το βγάζει πάνω απ’ το κεφάλι του, να κατεβαίνει απ’ τη σκαλίτσα που κανονικά χρησιμοποιούσε για τα ψηλά ράφια, να πηγαίνει πίσω στο γραφείο του και ν’ ανοίγει ξανά το βιβλίο που έμεινε για χρόνια κλειστό, χωρίς να τολμάει κανένας να τ’ αγγίξει, ούτε καν να το ξεσκονίσει. Ο σελιδοδείκτης περίμενε υπομονετικά κάποιον να ενδιαφερθεί για το διαβάσει και να τον ελευθερώσει επιτέλους από τα δεσμά των σελίδων 144 και 145. Η μητέρα μετά από την πολυήμερη επιμονή της Εύας Λέι να μην εγκαταλείψει τη βιβλιοθήκη μετά την κηδεία, ούτε καν για να πάει προς νερού της, έκλεισε και κλείδωσε το δωμάτιο και κρέμασε το κλειδί γύρω απ’ το λαιμό της με μια ολόχρυση αλυσίδα, σαν μενταγιόν.
Μετά απ’ αυτό το συμβάν, ο κόσμος δεν ήταν ο ίδιος φυσικά. Τα πρόσωπα των ανθρώπων άλλαξαν, δεν είχαν πια τη γλυκιά έκφραση όταν ρωτούσαν «πως είστε δεσποινίς;» ή «θα θέλατε να πάρετε τον καφέ σας στη βεράντα;» Ακόμα και τα αγόρια στο σχολείο ασχήμυναν και δεν την συνόδευαν μέχρι το σχολικό, όπως παλιότερα. Η Εύα Λέι γνώριζε ότι μια καλομεγαλωμένη δεσποινίδα θα κρατούσε για τον εαυτό της τα δάκρυα, θα έσφιγγε τα δόντια και θα χαμογελούσε με χάρη απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής. Αυτό θα έκανε τον πατέρα της περήφανο για τον ευγενικό χαρακτήρα της κόρης του που δεν έγινε κάποια καπάτσα καταφερτζού, όπως τον άκουγε να αναφέρεται κάποιες φορές στη μητέρα της.
Η μητέρα της ήταν κι εκείνη απ’ τον Πειραιά, από μια περιοχή που λέγεται Δραπετσώνα και δεν έχει καμία σχέση με τα αρχοντικά της Καστέλας. Μια φορά θυμάται που ήταν στο αυτοκίνητο με τον πατέρα, την πήγε να δει το σπίτι όπου γεννήθηκε η μητέρα, αλλά την όρκισε να μην το ομολογήσει. «Θα είναι το μυστικό μας» της είπε. Αυτή ήταν μια φράση που κάθε φορά που την άκουγε την έκανε να νιώθει μεγάλη και σημαντική. Η Εύα Λέι κοιτούσε με μεγάλη περιέργεια τους δρόμους και τα πεζοδρόμια να στενεύουν, τόσο που το αυτοκίνητό τους δεν χωρούσε καλά-καλά. Τα σπίτια κονταίναν και στένευαν, πολλά παντζούρια ήταν κλειστά και οι άνθρωποι φαίνονταν να έχουν λιγότερα χρώματα από τα μέρη που εκείνη είχε συνηθίσει. Σε κάποιο σημείο το αυτοκίνητο σταμάτησε και κατέβηκαν με τον πατέρα, ο οποίος της έπιασε σφιχτά το χέρι, σφιχτότερα από κάθε άλλη φορά και ξεκίνησε να περπατά. Ήταν τόσο κομψός, τόσο όμορφος που η Εύα Λέι ένιωθε δάκρυα ν’ ανεβαίνουν στα μάτια της.
Έστριψαν σ’ ένα στενό και χτύπησαν μια πόρτα. Τους άνοιξε μια ψηλή, αδύνατη γυναίκα που κάπως της θύμισε τη μαμά της και τους έδειξε να περάσουν μέσα σ’ ένα χώρο με καναπέ που ήταν σκεπασμένος μ’ ένα κιτρινομουσταρδί κάλυμμα. Εκείνη κάθισε απέναντι σε μία από τις δύο πολυθρόνες που είχαν ριγμένο πάνω τους το ίδιο ύφασμα σαν σεντόνι. «Θα μετακομίσετε κι εσείς σε αρχοντικό στο Πειραιά;» ρώτησε η μικρή Εύα Λέι, κάτι που θεώρησε ότι ήταν η αρχή για μια καλή συζήτηση. Οι δυο μεγάλοι γέλασαν, αλλά εκείνης δεν της είχε φανεί τίποτε αστείο στην ερώτηση που πολύ ευγενικά είχε θέσει στην κυρία απέναντί της. «Γιατί ρωτάς;» «Γιατί κι εμείς έτσι σκεπάσαμε τα έπιπλα του πύργου στο Λονδίνο πριν έρθουμε εδώ.» «Εμείς κορίτσι μου δεν έχουμε πύργο. Ούτε στο Λονδίνο, ούτε στον Πειραιά». Ύστερα από αυτή την αποτυχημένη απόπειρα να επικοινωνήσει, σώπασε. «Όμως έχουμε πολύ ωραίο βύσσινο γλυκό και φρέσκο γιαούρτι σακούλας. Θα σας φέρω λίγο.» τους ανακοίνωσε η ψηλή γυναίκα και έφυγε με φόρα για ένα άλλο δωμάτιο, που η Εύα Λέι υπέθεσε πως ήταν η κουζίνα. Κοίταξε τον πατέρα της. «Είναι η μαμά της μαμάς σου» της είπε εκείνος και αυτή η απότομη αποκάλυψη την τρομοκράτησε σε σημείο να νιώσει μια ελαφριά ζαλάδα, η οποία και ξεχάστηκε εντελώς όταν έφαγε, με λαιμαργία σχεδόν, το γιαούρτι με το μπόλικο βύσσινο από πάνω.
Ξαναμίλησε μόλις τέλειωσε. «Ωστε είστε η γιαγιά μου;» Η ψηλή γυναίκα την κοίταξε έντονα μέσα στα μάτια, λες και προσπαθούσε να της εκμαιεύσει κάποιο μυστικό, ύστερα πήρε το δικό της πιατάκι, κατέβασε με δυο μεγάλες κουταλιές το δικό της γλυκό και είπε: «Μάλλον».
Ήταν η σειρά του πατέρα να πάρει στα χέρια του την εξέλιξη εκείνης της επίσκεψης. «Σ’ ευχαριστούμε που μας δέχτηκες στο σπίτι σου Αλέκα. Και σε παρακαλώ να μην μάθει τίποτα. Εγώ το μόνο που ήθελα είναι η μικρή να γνωρίζει την οικογένειά της.» Ίσως κι εκείνος να υποπτευόταν από τότε ότι θα έφευγε για πάντα και ότι η Αλέκα θα μετακόμιζε πράγματι στο αρχοντικό της Καστέλας λίγους μήνες αργότερα για να βοηθήσει τη μητέρα που δεν της είχε πει κουβέντα από τη στιγμή που έφυγε και ο τελευταίος καλεσμένος μετά τη κηδεία. Στη κηδεία ήταν που ήρθε κι η Αλέκα για πρώτη φορά στο αρχοντικό του Πειραιά. Την άλλη μέρα ξανάρθε για να τους φέρει σούπα. Μετά ήρθε στις σαράντα μέρες για το μνημόσυνο γιατί είχε φτιάξει τα κόλλυβα και από τότε έμεινε.
Ήταν αυστηρή μαζί της, την φώναζε «Ευαγγελία», της έβαζε διάφορους κανόνες, την τάιζε λαχανοντολμάδες που η Εύα Λέι σιχαινόταν και δεν την άφηνε να ξενυχτάει με τους φίλους της απ’ το σχολείο. Αλλά τουλάχιστον αυτή της μιλούσε, σε αντίθεση με τη μαμά που είχε κλειστεί σ’ ένα κόσμο φτιαγμένο με σιωπή, κλειδωμένες βιβλιοθήκες και κλειδιά περασμένα γύρω απ’ το λαιμό με χρυσές αλυσίδες, σαν μενταγιόν.
Η Αλέκα μαγείρευε πολύ ωραία και μπορούσε να κάνει θαύματα με τα λίγα υλικά που υπήρχαν στα ντουλάπια της κουζίνας. Καθάριζε το σπίτι, την έβαζε να τακτοποιεί το δωμάτιό της, της έμαθε να ψήνει και να λέει τον ελληνικό καφέ και να δένει ανδρικές γραβάτες γύρω απ’ το λαιμό μια μεγάλης κούκλας, που κάποτε ήταν ντυμένη με το νυφικό απ’ το γάμο της μητέρας και του πατέρα και μετά την κηδεία καθόταν γυμνή μεταξύ του σαλονιού και της τραπεζαρίας. Δεν τολμούσε η Εύα Λέι να την πάρει στο δωμάτιό της όπως ήθελε, γιατί κάθε φορά που το ανέφερε, η μητέρα της την κοιτούσε με αποστροφή και χανόταν για ώρες μέσα στη κρεβατοκάμαρα.
Μετά από ένα σκηνικό με έναν συμμαθητή της που της έριξε χυλόπιτα στα δεκάξι, η Αλέκα άρχισε να της μαθαίνει διάφορα κόλπα που είχαν να κάνουν με το πως να κρατάς τους άντρες «ευχαριστημένους και κοντά σου», όπως έλεγε. Είχε διακρίνει μια σπίθα στα μάτια της Εύας Λέι κάθε φορά που εκείνη ήταν κοντά σε «αρσενικό». Έβλεπε το σώμα της να έλκεται από την μυρωδιά των αγοριών και έτσι κατάλαβε ότι η Εύα Λέι θα μπορούσε να κάνει με το μυαλό της αυτό που η μάνα της έκανε κατά τύχη μέσα από το γάμο με τον πατέρα της, όπως της έλεγε. «Γιατί η τύχη της τέλειωσε απότομα και δεν είχε τα κότσια να προχωρήσει και να ξαναφτιάξει τη ζωή της». «Γιατί το λες αυτό Αλέκα; Η μαμά αγαπούσε τόσο το μπαμπά που τον φοράει για πάντα γύρω απ’ το λαιμό της, δεν θέλει να τον ξεχάσει.» Τότε η Αλέκα έκανε μια χυδαία κίνηση που η Εύα Λέι δεν θέλει καν να σκέφτεται, πόσο δε, να αναπαράξει, ενώ παράλληλα την συμβούλευε: «Ευαγγελία, η μάνα σου ερωτεύτηκε μόνο τον πατέρα σου και αυτό την έκανε δυστυχισμένη για πάντα. Αυτό θες να είσαι; Η ευτυχία δεν είναι ν’ αγαπήσεις έναν άντρα. Η αληθινή γυναίκα αγαπάει βαθιά το αρσενικό φύλο και μπορεί να του αλλάζει ονόματα κατά βούληση ή κατά συνθήκη. Κατάλαβες κορίτσι μου;»
Η Εύα Λέι μάλλον κατάλαβε και όταν εδέησε ο θείος της να έρθει και να τους επισκεφτεί κάποιο καιρό αργότερα, γιατί όπως τους μήνυσε, ήθελε να δει και πάλι το σπίτι που μεγάλωσε, δεν εξαφανίστηκε στα ιδιαίτερα όπως η μητέρα της, αλλά έμεινε με την Αλέκα.
Τον υποδέχτηκαν με ζεστό γαλακτομπούρεκο και μηλόπιτα. Η Εύα Λέι είχε κάτσει επίτηδες απέναντί του, είχε σταυρώσει με χάρη τις μακριές της γάμπες και τον κοίταζε κατευθείαν στα μάτια. Αυτός ο άνθρωπος έμοιαζε με τον πατέρα της, αλλά με ένα περίεργο τρόπο. Τελικά κατάλαβε ότι ήταν σα να είχε μπροστά της το αρνητικό μιας φωτογραφίας του. Στα σημεία όπου υπήρχε φως στο πρόσωπο του πατέρα, υπήρχε σκοτάδι στο πρόσωπο του θείου και το αντίθετο. Κι ενώ ο πατέρας ήταν μελαχρινός, ο θείος ήταν ξανθός. Κι ενώ ο πατέρας είχε ανοιχτόχρωμα, φωτεινά μάτια, ο θείος είχε σκούρα μάτια και σκούρο βλέμμα. Ο πατέρας είχε φουσκωτά μαγουλάκια που τις επέτρεπε να τα τσιμπάει με δύναμη, ενώ ο θείος είχε κοφτές, σκληρές γραμμές στο πρόσωπο, που τον έκαναν μάλλον όμορφο. Κατά τα άλλα ήταν ευγενικός, λιγομίλητος και γενναιόδωρος. Της έφερε μεταξωτές πιζάμες, μια βραδινή τουαλέτα σε αποχρώσεις του ροζ, και πολλά πανάκριβα καλλυντικά από τις καλύτερες μάρκες που θα μπορούσε κανείς να βρει στο Λονδίνο. Της χάρισε και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μπριγιάν που ανήκαν στη μητέρα τους και που θα ήθελε να τα έχει η εγγονή της. Είχε φέρει και στη μητέρα της πολλά δώρα, αλλά έμειναν κλεισμένα στα υπέροχα αμπαλάζ τους με τα πολύχρωμα χαρτιά και τις μεταξωτές κορδέλες.
Του παραχώρησαν την παλιά του κάμαρα, που ήταν ένα απ’ τα κλειστά, κρύα δωμάτια που ποτέ δεν της άρεσαν κι εκείνος φρόντισε αμέσως να προσλάβει δυο νταβραντισμένα κορίτσια για υπηρεσίες και το Λάκη για οδηγό της Μερσεντές που είχε νοικιάσει. Το μαγείρεμα και τα ψώνια τα κράτησε η Αλέκα βάζοντας του τις φωνές. Στην αρχή είχαν ξινίσει όλες τη μούρη τους με την ξαφνική επέλαση του προσωπικού, αλλά γρήγορα καταλάβαν πόσο καλύτερη γινόταν η ζωή τους και αρχίσαν ν’ απολαμβάνουν τα λεφτά του θείου. Περνούσαν καλά οι δυο τους, ο θείος και η Εύα Λέι που, αν και δεν το ξεστόμιζε σε ένδειξη σεβασμού προς την κεκλεισμένη μητέρα της, απολάμβανε πολύ τη παρέα του. Έλεγε ωραία ανέκδοτα που την έκαναν να γελάει, της διηγούνταν ιστορίες από τις ατελείωτες περιπέτειές του στον κόσμο, ως επενδυτής και επιχειρηματίας, της μιλούσε για το υπερπολυτελές συγκρότημα ξενοδοχείου – σπα – μπανγκαλόου, που είχε φτιάξει στην Αργεντινή και που θεωρούσε ότι εκεί ήταν το πραγματικό σπίτι του. Ο θείος απέφευγε συστηματικά ν’ αναφέρεται στον πατέρα της, αλλά δυο τρεις φορές της μίλησε για την παιδική τους ηλικία, εκεί, στο αρχοντικό της Καστέλας, καθώς και στο κτήμα στη Κέρκυρα. Ανάμεσα σε αυτές τις ιστορίες ήταν που η Εύα Λέι τον ρώτησε γιατί δεν μιλούσαν με τον μπαμπά της, γιατί έφυγε στη Νότια Αμερική και τους κατέστρεψε τη ζωή, γιατί έπρεπε να χάσουν το σπίτι στην Αγγλία, την νταντά, την μαγείρισσα, τις δύο υπηρέτριες και τον σοφέρ του πατέρα, τα κοσμήματα της μητέρας; Γιατί έπρεπε να ζήσουν εδώ στο αρχοντικό του Πειραιά, με τη βιβλιοθήκη και το παχύ χαλί από την χώρας της ανατολής που ποτέ δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομά της; Τόσο παχύ που έπνιξε τα βήματα του πατέρα και βύθισε τελικά εκείνον στο χώμα και τη μητέρα στη σιωπή. Γιατί έπρεπε να ζει με την Αλέκα απ’ τη Δραπετσώνα και να μάθει να φτιάχνει ζεστό γαλακτομπούρεκο και μηλόπιτα για κάποιον που σε όλη της τη ζωή μάθαινε να μισεί;
Όταν η Εύα Λέι σώπασε από αυτό που κάποιοι μπορεί να ονόμαζαν υστερία, αλλά εκείνη ήξερε πως ήταν το δίκιο που είχε εκραγεί μέσα της σαν βόμβα, τότε παρατήρησε ότι το πρόσωπο του θείου παρέμενε αναλλοίωτο. Η Αλέκα είχε ακούσει τις φωνές της και τώρα στεκόταν στη κάσα της διπλής κρυστάλλινης πόρτας του σαλονιού. Η Εύα Λέι ηρέμησε, κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί του και σταύρωσε τις μακριές της γάμπες. Ο θείος την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και της είπε: «Εγώ ήμουν πάντοτε ο φύλακας της Δύσης Εύα Λέι. Γεννήθηκα για να κληρονομήσω τον τίτλο απ’ τον παππού σου και να συντηρήσω το όνομα και την περιουσία της οικογένειας μας σαν ιερό δισκοπότηρο. Αποφάσισα με βαριά καρδιά όταν έβλεπα την καταστροφή να έρχεται να μεταφέρω ότι μπορούσα για να τη σώσω. Ο πατέρας σου ποτέ δεν πίστεψε στην καταστροφή. Του μιλούσα μήνες, ίσως και χρόνια αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα, δεν με άκουγε. Εξακολουθούσε να εκθέτει τον εαυτό του στις δυνάμεις που μας πολεμούσαν, δεν συνειδητοποιούσε την αλλαγή των καιρών, τις διαφορετικές ποιότητες του αέρα και έτσι καταλήξατε εδώ. Εγώ πια δεν μπορούσα να τον βοηθήσω. Είχα γίνει μόνο ο θεσμικός μου ρόλος, αυτός για τον οποίο γεννήθηκα. Έτσι έφυγα προς τη Δύση ξανά, χωρίς να κοιτάξω πίσω. Έπρεπε να μην κοιτάξω πίσω. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις κάποιον για το που και το πως γεννήθηκε, σωστά;»
«Αν αυτό ισχύει θείε, τότε ούτε τον πατέρα μπορείς να κατηγορείς για αυτό που ήταν. Κι εμείς; Εγώ κι η μητέρα; Τι ήμασταν εμείς;» «Εσείς; Μα δεν είχε να κάνει με εσάς. Αλλά όπως και να’χει, εσείς ανήκετε στην οικογένεια. Είσαστε μέρος της περιουσίας που πρέπει να προφυλαχθεί. Γι’ αυτό είμαι εδώ αυτή τη στιγμή. Για να σας βοηθήσω.»
Η Εύα Λέι κοίταξε τις λινές, καλοκαιρινές κουρτίνες που έφερναν πιο γλυκά τις ακτίνες του ήλιου μέσα στο δωμάτιο. Άλλαξε το σταυροπόδι της και η στενή φούστα της ανέβηκε ελάχιστα πιο πάνω αποκαλύπτοντας λίγο περισσότερο από το δέρμα της. Η γεύση στο στόμα της της δεν θύμιζε πια πέστροφα. Άκουσε το ρολόι μέσα από την κλειδωμένη βιβλιοθήκη να χτυπάει δώδεκα το μεσημέρι και μετά τη διπλή κρυστάλλινη πόρτα να κλείνει. Έτσι λοιπόν είχαν τα πράγματα. Η Αλέκα γύριζε πίσω στην κουζίνα της, η μητέρα είχε ήδη άδειασει το μπουκάλι με τη βότκα στο δωμάτιό της, το δανεικό προσωπικό εργαζόταν για να διατηρήσει την τάξη του κόσμου και η Εύα Λέι συνειδητοποιούσε μέσα από το βλέμμα του θείου ότι εκείνη τη στιγμή, ακριβώς εκείνα τα ελάχιστα δευτερόλεπτα, θα μπορούσε να γίνει για πάντα εκείνη, ο φύλακας της Δύσης.
Αφήστε μια απάντηση