ΧρονογράφημαΈνα παράξενο βράδυ

Ένα παράξενο βράδυ

Όλα τα ένιωθε να κινούνται παράξενα. Πολύ αργά και ύστερα πολύ γρήγορα. Για μια ακόμα φορά ένιωθε ότι τα πλάσματα γύρω του δεν τον αναγνώριζαν σαν μέλος της φυλής τους. Κι αυτή ήταν η αλήθεια δηλαδή.

Τόσα χρόνια τους παρατηρούσε, αλλά δεν μπορούσε να συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του σε αυτή την ομήγυρη. Ποτέ δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι θα γινόταν το κέντρο της προσοχής τους. Και η αλήθεια είναι ότι έκανε ότι μπορούσε για να το αποφύγει. Αλλά όχι αυτή τη φορά. Αυτή τη φορά. Αυτή τη φορά.

Αυτή τη φορά ήταν ορατός απ’ όλους. Βρισκόταν στο κέντρο όλων των φόβων τους, όλων των υποθέσεων, αλλά ένιωθε το σώμα του να βρίσκεται σε μια αφύσικη κατάσταση ηρεμίας. Τα χέρια του και τα πόδια του ήταν απολύτως σταθερά και ήρεμα. Η αναπνοή του αργή και χαλαρή. Τα μάτια του είχαν σταθεί πάνω στο πρόσωπό της και το μυαλό του είχε πλημυρίσει μ’ ένα αργό, ζεστό, κολλώδες υγρό. Σαν να ξυπνάς ένα καλοκαιρινό μεσημέρι μετά από ένα μέτριο μεθύσι. Την κοίταζε όταν εκείνη άρχισε να κινείται. Την κοίταζε όσο τον πλησίαζε. Την κοίταζε κι όταν έφτασε κοντά του, καθώς σήκωσε το χέρι της, καθώς τον ακούμπησε στο μπράτσο. Όλα αργά. Οι κόρες των ματιών της ήταν τόσο διασταλμένες που θα μπορούσαν να τον καταπιούν ολόκληρο. Γιατί όχι; Αυτό θα το ήθελε. Μακάρι να μπορούσαν να τον καταπιούν.

Θυμήθηκε την ευχή που έκανε στον έρωτα. Την ώρα που εκείνη ήθελε πάντα να την κοιτάζει στα μάτια. Όχι στα μάτια. Στις κόρες των ματιών. Στο κενό. Στην άγνωστη γη που του υποσχόταν ότι υπάρχει. Στη γη της Χαναάν. Στη γη της Επαγγελίας. Στη γη που όλα τα βέλη είναι σπασμένα και όλα τα πρόσωπα είναι αληθινά. Εκεί που τα αστέρια δεν θα σβήνουν και τα λουλούδια δεν επιτρέπεται να μαραθούν. Εκεί πήγαινε μαζί της και τώρα πάλι εκεί θα ήθελε να πάει.

Όμως το χέρι της δεν στέκεται στο μπράτσο του, κατεβαίνει διανύοντας όλο το δρόμο μέχρι την παλάμη και  πιάνει το όπλο του. Το απαιτεί και το παίρνει. Τώρα δεν νοιάζεται. Έχασε τις κόρες των ματιών της. Ακούει τις σειρήνες, κάποιον να κλαίει, έχει μια γεύση στο στόμα του. Μια γεύση μεταλλική. Γλύφει τα χείλη του. Το κλάμα έρχεται πιο δυνατό. Λυγμός. Κάποιος φωνάζει. Εκείνη έχει ήδη χαθεί. Όλα είναι γρήγορα τώρα. Είναι ο ήλιος.

Το αίμα που έγλυψε δεν είναι δικό του. Είναι αυτού του καριόλη που είναι ξαπλωμένος στα πόδια του.

Τώρα τι λες καριόλη; Σήκω αν μπορείς και τράβα να την γαμήσεις. Για να σε δω! Άντε σήκω!

Βλέπει άντρες με στολές να κινούνται με ταχύτητα προς το μέρος του.

Δεν έχω όπλο. Δεν έχω όπλο πια. Μου το πήρε. Αυτή μου πήρε το όπλο, όπως και κάθε τι άλλο. Με δύναμη τον ξαπλώνουν μπρούμητα στο πάτωμα. Το κεφάλι του είναι πολύ κοντά στο αίμα που έχει γίνει τώρα μια μικρή λίμνη.

Ν’ αδειάσεις ρε καριόλη! Έτσι ν’ αδειάσεις, να μην μπορείς πια να απειλείς κανένα.

Νιώθει το μέταλλο από τις χειροπέδες να κλείνει γύρω απ’ τους καρπούς του και να τον τραβάνε με δύναμη έξω απ’ την αίθουσα. Την βλέπει που μιλάει μ’ ένα μπάτσο. Δεν έφυγε τελικά. Τότε σκοτείνιασαν όλα.

 

Ελευθερία Μιχαηλίδη

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. η διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα απαιτούμενα πεδία είναι επισημασμένα *

c

Lorem ipsum dolor sit amet, unum adhuc graece mea ad. Pri odio quas insolens ne, et mea quem deserunt. Vix ex deserunt torqu atos sea vide quo te summo nusqu.