Ένα διπλωμένο χαρτί
Οκτώβριος 2021
Καθόταν στο μπαλκόνι εδώ και αρκετή ώρα γιατί είχε ζαλιστεί από το αλκοόλ που γυρνούσε σε δίσκους ανάμεσα στα σώματα που χόρευαν. Είχε πιει πολύ και το κεφάλι της καταλάμβανε μόνο κάποια κομμάτια του χώρου. Τα άλλα χανόντουσαν ανάμεσα σε θαμπές παραστάσεις που διακόπτονταν από τρύπες πλήρως ασυνάρτητης ύλης. Ήθελε πολύ να έρθει σήμερα και χύθηκε ορμητικά ανάμεσα στους ανθρώπους που συζητούσαν, που χόρευαν, που γελούσαν, που έπιναν, που φλέρταραν. Κυκλοφορούσε με άνεση μεταξύ φίλων και αγνώστων και απολάμβανε τον εαυτό της όπως κινιόταν και όπως χόρευε χαλαρή με την βοήθεια του αλκοόλ. Μέχρι τώρα έπινε μόνο κρασί, με ιδιαίτερη προτίμηση στο κόκκινο, σαν αυτό που σέρβιρε κάθε βράδυ ο παππούς της και της έδινε λίγο, όταν η γιαγιά πήγαινε για ύπνο στο διπλανό δωμάτιο. Αλλά εδώ, τώρα, δεν υπήρχαν ονόματα, ούτε γεύσεις. Έπινε ότι έπιναν κι οι άλλοι. Κάποια στιγμή ένιωσε να ζαλίζεται. Βγήκε έξω και ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο. Άρχισε να παρακολουθεί ένα ζευγάρι που να φιλιέται χωρίς να κινείται. Τα χείλη τους ήταν κολλημένα το ένα στο άλλο και η στάση της οικειότητας έδειχνε ότι δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσά τους. Όμως αυτή η ακινησία της φαινόταν περίεργη, σαν να ήταν ο θεατής μιας τυπωμένης φωτογραφίας που υποσχόταν διάρκεια.
Δεν κατάλαβε ότι κάποιος είχε έρθει δίπλα της μέχρι που είδε ένα τσιγάρο μπροστά απ’ τη μύτη της να της προσφέρεται χωρίς λόγια. Σήκωσε το χέρι της, το πήρε και το έφερε στο στόμα της. Της το άναψε, άναψε κι ένα δικό του και ακούμπησε κι αυτός στον τοίχο. Τον κοίταξε. Εκείνος όχι. Ήταν πολύ όμορφος, καθώς έβγαζε τον καπνό σε δαχτυλίδια παρατηρώντας τον ουρανό. Είχε τεράστιες βλεφαρίδες που σκοτείνιαζαν το βλέμμα του και τα μαλλιά του ήταν όλα σκούρες κοντές μπούκλες. Τον είχε δει από πριν να χορεύει ανάμεσα στους άλλους και μετά από λίγο να μιλάει με μια συμμαθήτριά της που φορούσε ένα μαύρο πολύ κοντό φόρεμα. Τώρα ήταν εδώ δίπλα της και όταν τον ρώτησε τι κοιτάζει, της είπε «το σκοτάδι». Μετά την τράβηξε πάνω του, σήκωσε το χέρι της μαζί με το δικό του, έτσι ώστε να δείχνουνε προς τον ουρανό και της ψιθύρισε «να, βλέπεις όλο αυτό τον κόσμο? ». Εκείνη κοίταξε τρία φωτεινά σημάδια στη σειρά και τα σκέφτηκε πάνω στο δέρμα της. Ήταν ίσως η τελευταία σκέψη που έκανε για τα επόμενα χρόνια. Την ρώτησε το όνομα της και του το είπε. Μετά μίλησαν για το σχολείο και τις εξετάσεις που μόλις είχαν τελείωσει. Πήγαιναν στην ίδια τάξη και θα έφευγαν στο τέλος του καλοκαιριού για να σπουδάσουν στο Λονδίνο. «Σε προειδοποιώ. Μπορεί η μοίρα να μας θέλει μαζί» της είπε. «Μπορεί και να μην με ξαναδείς ποτέ» του απάντησε.
Και όντως δεν τον είδε. Μέχρι την ημέρα που βρέθηκαν στο αεροδρόμιο. Το κοίταξε από την άλλη άκρη της ουράς κι εκείνος ήρθε κοντά της και προσποιήθηκε ότι ήταν μαζί για να μην περιμένει. Της φάνηκε τολμηρό και αστείο. Κάθησαν μαζί στο αεροπλάνο και μίλησαν για τις σπουδές τους και την οικογένειά τους. Θα σπούδαζε διοίκηση επιχειρήσεων του είπε, αλλά στην πραγματικότητα ήθελε να γίνει φωτογράφος. Του έδειξε και το ντοσιέ με τις φωτογραφίες της που κουβαλούσε πάντα μαζί της. Της είπε ότι οι φωτογραφίες της ήταν πολύ αληθινές και θα ήταν κρίμα να μην γινόταν φωτογράφος. Εκείνος θα σπούδαζε μηχανολόγος στο King’s College και η μεγάλη του αγάπη ήταν τα ταξίδια. Όταν προσγειώθηκαν στο Heathrow, αποφάσισαν να μοιράστουν ένα ταξί για να τους πάει στις φοιτητικές τους εστίες. Δεν ήταν ιδιαίτερα κοντά η μία από την άλλη, αλλά ήθελαν κι οι δυο να περάσουν λίγη ώρα ακόμα μαζί. Πρώτος κατέβηκε ο Μάρκο. «Θα τα πούμε σύντομα» της είπε και έφυγε καπνίζοντας για το κτίριο του. Δεν την είχε ρωτήσει που έμενε. Όταν έφτασε στο δωμάτιό της και τακτοποιήθηκε, βρήκε ένα διπλωμένο χαρτί στην τσέπη του μπουφάν της. Κάθησε στο κρεββάτι και το διάβασε. Ήταν στ’ αγγλικά:
«I took the first feather out and it was blue. They didn’t like it so much, so I threw it to the mud.
I took the second feather out and it was green. They said they knew all about it, so I gave it to the wind.
The third one was red, but not the shape of their dreams, so I let it dive in the ocean. A storm in the desert took away the yellow and the brown.
But I kept my wings close to my heart so they wouldn’t see the red they really like.
Then my naked body fell in the mouth of sparrows and flew away for the winter.
I saw small gods and big trees, a jungle island and one lost lamp in the hands of a little girl who was running through the flea market.
When we reached the center of the city, the sparrows sold me for a penny to be the eyes of a blind man. He loved my voice and I loved the colors to his barren backyard.
When his pansies and violets opened, I knew it was time for me to go.
I went around the corner and asked the ancient lady to kiss my red wing for luck and sent me away to the west. I was travelling alone for the first time, without asking for directions, for friends or foes, for fool’s games or lovers’ spats. The sky adored how light I was and gave me my green feather back.
I never thought I could miss it so much, so I put it at the top of my head and sung a new lullaby. »
Ερωτεύτηκα για χρόνια και τόσο πολύ που ήξερα ότι θα ήταν αρκετό για μια ζωή.
Ασυναίσθητα σχεδόν, χάιδεψα το σταχτί δέρμα της τσάντας μου που κρεμόταν τώρα απ’ τον ώμο της καρέκλας. Εκείνο το διπλωμένο χαρτί ήταν ακόμα μέσα στο πορτοφόλι μου και είχε γίνει κατά μια περίεργη σύμπτωση η προφητεία της δικής μου ζωής. Τα τελευταία 21 χρόνια ακολουθούσα το φαντάσμα που μας στοίχιωσε στα γεωγραφικά μήκη και πλάτη που αποφάσιζε να υλοποιηθεί και αποτύπωνα τις εικόνες του στα πρόσωπα που συναντούσα. Και τώρα σ’ αυτή την έκθεση που με έφερε πάλι πίσω στην πόλη μου, έδειχνα στον κόσμο αυτά τα πρόσωπα για να απαλλαγώ από την ευθύνη τους. Για ν’ απαλλαγώ από την ευθύνη αυτής της νεκρής γυναίκας που αιμορραγούσε ακόμη μέσα μου. Αυτός που έβλεπα τώρα απέναντί μου ήταν ένας σχεδόν μεσήλικος άντρας που είχε κουραστεί στην πρασπάθειά του να αποφύγει και να ξεχάσει. Οι μελαχροινές του μπούκλες είχαν ισιώσει και γκριζάρει, τα μαλλιά του ήταν αρκετά πιο κοντά απ’ όλες τις εικόνες που είχα από εκείνον. Οι ολόισιες ρίγες στο σκούρο κουστούμι, οι χρυσές ανταύγιες στο αριστερό του χέρι, όλα ήταν αταίριαστα πάνω στο νέο άντρα που έκανε δαχτυλίδια από καπνό στον αέρα για να με εντυπωσιάσει.
Κοίταξα στα χέρια μου τα δικά μου δαχτυλίδια και τα βρήκα όλα εκεί. Η μεγάλη σκαλισμένη μαύρη πέτρα από οψιδιανό κυριαρχούσε και μου θύμιζε τις μυρωδικές υπαίθριες αγορές του Μαρόκο, ένα χρυσό φίδι που απλωνόταν πάνω από τα τρία μου δάχτυλα έμοιαζε να κινείται μόνιμα πίσω έξω από τον ναό του Σαν Χαίμε στην Γουατεμάλα. Στο άλλο χέρι, ένα μικρό σεβαλιέ από το οποίο κρέμονταν παλιές αληθινές δεκάρες, μου έδινε την άδεια να κουβαλώ συνειδητά τους προγόνους που τις είχαν φέρει κρυφά πέρα από τη θάλασσα. Ήταν όλα τα ταξίδια μου, ήταν η απόδρασή μου από έναν μικρό κόσμο που πάντα φοβόμουν ότι θα με έπνιγε. Εγώ πέταξα, σκέφτηκα, εκείνος ρίζωσε. Αποφάσισα να του χαμογελάσω μόλις γυρνούσε το κεφάλι του προς το μέρος μου. Για να με αναγνωρίσει.
Ελευθερία Μιχαηλίδη
Αφήστε μια απάντηση