Λίλιθ
Μάιος 2022
Η πρωτοφανής διάρκεια της έκκλειψης του ηλίου ήταν προδιαγεγραμμένη στους χάρτες που μελετούσαν οι αστρονόμοι εδώ και πολλά χρόνια. Τίποτα δεν μπορούσε ν’ αναχαιτίσει την πορεία της. Τα πρακτορεία ειδήσεων, οι παρέες στα social έγραφαν για πολέμους και φυσικές καταστροφές, για δολοφονίες και κακά μαντάτα που δεν μπορούσαμε ν’ αποφύγουμε. Οι εθνοπατέρες, για μια ακόμα φορά, θα χάνονταν μέσα στο σκοτάδι. Οι άνθρωποι, για μια ακόμα φορά, θα κρύβονταν στα σπίτια τους και θα αγκάλιαζαν τις αγαπημένες τους εικόνες.
Ο κήπος ήταν γεμάτος κλέουσες ιτιές και ανεμώνες σε αποχρώσεις του μωβ. Δεν υπήρχε κανείς, εκτός από εμάς τους δύο και όλοι σχεδόν οι ήχοι που ακούγαμε ανήκαν στη φύση. Ξεχάσαμε ότι βρισκόμαστε στο κέντρο μιας αχανούς μητρόπολης. Καθόμουν στους ώμους του και κοίταζα τον κόσμο από ψηλά. Τον έβλεπα πολύ όμορφο. Πολύ ταιριαστό μ’ εμάς τους δυο. Μ’ εκείνη τη στιγμή που οριοθετούσε ότι κι αν χανόταν, μ’ ότι κι αν υπήρχε. Ζούσα ήδη αρκετά χρόνια και είχα σημάδια στο σώμα μου, όπως είχαν και τα δέντρα πάνω στον φλοιό τους. Είχαμε πάρει μαζί μας χυμό πορτοκάλι στο θερμός του καφέ και τον μοιραστήκαμε. Άκουγα τα κλαδιά από τις ιτιές της λεωφόρου να κινούνται ρυθμικά από το σιωπηλό αεράκι και τις νότες από το νανούρισμα να χύνονται και να ποτίζουν το χορτάρι.
«Πως μπορείς να φτιάχνεις μουσική?» τον είχα ρωτήσει, θυμάμαι, μέσα στις δέκα πρώτες φράσεις της γνωριμίας μας. «Δεν τη φτιάχνω. Την θυμάμαι.» μου απάντησε.
Του τραγουδούσε συνέχεια η Λίληθ όταν ήταν μικρός, μου είχε πει. Τα τραγούδια της έφτιαχναν γαϊτανάκια και αγκάλιαζαν τον κόσμο, μία, δύο, πολλές φορές. Τελειωμό δεν είχαν οι μελωδίες της και εκείνος γέμισε και μεγάλωσε. Ποια είναι η Λίλιθ, τον ρώτησα.
Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε να κρύβει ποια ήταν η μάνα του, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να τους χαρίσει τα τραγούδια της. Κι όταν εκείνος θέλησε να έρθει εδώ στο κέντρο του εκπορθημένου κόσμου για να σπουδάσει μουσική, η Λίληθ του επέτρεψε να πάρει μαζί του λίγο απ’ το χώμα του πρώτου παραδείσου. Να το πλάθει και να το ξαναπλάθει του είπε, για να μπορεί να θυμάται την αλήθεια πέρα από τα όρια του σταυρού.
Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με μάγεψε και ξεκίνησαν τα χέρια μου ν’ απαντούν στο ρυθμό της μουσικής του. Εκείνος έπαιζε πιάνο και συνέθετε νότες, εγώ τραγουδούσα και έγραφα στίχους. Γίναμε φίλοι. Η μάνα του έγινε μάνα μου και μας έκλεισε γενναιόδωρα στην ίδια μήτρα. Για εμάς οι ουρανοί δεν ήταν σιωπηλοί και οι άνθρωποι είχαν αυτιά. Γίναμε οι “Terra”.
Ο κόσμος μας άρχισε να αλλάζει σιγά-σιγά, χαρίζαμε στ’ αυτιά τους τα χρώματά μας και εκείνοι με χαρά μας έδιναν απλόχερα αυτό που είχαν στα χέρια τους. Θυμάμαι ότι στην αρχή εντυπωσιαζόμασταν από όλους αυτούς τους αλχημιστές που μετέτρεπαν για εμάς ότι κι αν τους δίναμε σε χρυσό.
Πιστέψαμε κι εμείς μαζί με τους άλλους ότι αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία, καθώς βλέπαμε τους γύρω μας να προσκυνούν το χρώμα που έπαιρνε ακόμα και το δέρμα μας. Μετά από λίγο καιρό τα τραγούδια μας τους έγιναν απαραίτητα, το ίδιο απαραίτητα τους έγιναν και τα σώματά μας.
Τα τραγούδια μας τα θέλαμε ελεύθερα. Τα χρησιμοποιούσαμε για να γεμίσουμε τις ψυχές με συνθήματα μιας άλλης, πιο ανθρώπινης μνήμης. Τα σώματά μας όμως τα θέλανε φυλακισμένα. Τα έβγαζαν εκατομμύρια αντίγραφα και τα χρησιμοποιούσαν για να αγοράζουν την ακοή των ανθρώπων. Συναινέσαμε, γιατί δεν θέλαμε να ξέρουμε ότι υπήρχε άλλος τρόπος εκτός από το εμπόριο.
Όμως η Λίλιθ αποσυρόταν αργά μαζί με τα άλλα χρώματα από την μνήμη μας, αφού δεν θα μπορούσε ποτέ να κατοικήσει σ’ ένα κόσμο που χτίστηκε για να μην τη χωράει. Πιστέψαμε κι εμείς ότι δεν την χρειαζόμασταν για να κατοικούμε στην τέχνη μας, γιατί μπορούσαμε να παράγουμε αυτό που ήθελε ο κόσμος, τρύπωντας με χρυσό τις φλέβες μας, ρουφώντας χρυσό απ’ τα ρουθούνια μας. Μετά γεμίζαμε με χρυσό τις νότες και τα γράμματα μας και τα πουλούσαμε προς κατανάλωση, με αντάλλαγμα περισσότερο χρυσό για την έμπνευσή μας.
Και ο κύκλος θα ήταν τέλειος μέχρι να φτάσουμε στα χρυσά φέρετρά μας, αν δεν συνέβαινε αυτή η σπάνια έκκλειψη ηλίου για είκοσι τέσσερεις ολόκληρες ώρες. Η σκοτεινή πλευρά της σελήνης θα κυνηγούσε τον ήλιο γύρω από την γη για μια ολόκληρη ημέρα. Οι χρυσοί άνθρωποι στις μεγάλες πόλεις έπρεπε να κρυφτούν στα σπίτια τους για να μην θυμηθούν ποτέ το σκοτάδι που είχαν μέσα τους. Θ’ ανάβαμε όλα τα φώτα, θα μαζευόμασταν σε παρέες, θα κάναμε σεξ, θα βλέπαμε παλιές ταινίες του Χόλυγουντ, οτιδήποτε τέλος πάντων που θα έκανε το χρόνο να περάσει ανώδυνα από την τελευταία ακτίνα μέχρι τη πρώτη.
Νιώθαμε παράξενα εδώ και μέρες. Δεν φοβόμασταν το φαινόμενο. Ξέραμε ότι ήταν το κάλεσμα της μάνας που ήθελε να σώσει την μνήμη μας. Ήταν το μυστικό που δεν τολμούσαμε να παραδεχτούμε ούτε ό ένας στον άλλο. Αλλά επειδή είμασταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, η γνώση δεν άφηνε το σώμα να την εμποδίσει και η Λίλιθ θα πρόβαλλε μπροστά μας μέσα και έξω από το λαμπερό μας κρεββάτι. Έτσι αποφασίσαμε να τους αφήσουμε όλους κρυμμένους και να πάμε στον κήπο. Βάλαμε φυσικό χυμό πορτοκάλι στο θερμός του καφέ, κλείσαμε τα φώτα και βγήκαμε στους δρόμους που άρχιζαν κιόλας να σκοτεινιάζουν. Νιώθαμε τα μάτια του φόβου να παρακολουθούν την ύβρη μας, αλλά τώρα πια τίποτα δεν ήταν δυνατό να σταματήσει τη μνήμη. Μας έφτανε που όταν μπήκαμε στον κήπο, αντικρύσαμε τις κλέουσες ιτιές και τις ανεμώνες σε όλες τις αποχρώσεις του μωβ.
Ελευθερία Μιχαηλίδη
Αφήστε μια απάντηση