ΧρονογράφημαΟ Άγιος Συμεών

Ο Άγιος Συμεών

Η γειτονιά που μεγαλώσαμε ήταν φρικτή. Γεμάτη σκουπίδια και χαλασμένες οικογένειες. Δίπλα στο σχολείο υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Συμεών. Παράξενος άγιος αυτός. Ζωγραφίζει σημάδια στα μωρά μας, όταν οι μανάδες τους στην εγκυμοσύνη, κάνουν δουλειές την ημέρα της γιορτής του, έλεγε η γιαγιά μου. Γι’ αυτό κι εγώ γεννήθηκα μ’ ένα δαντελωτό σημάδι στο δεξί μου μάγουλο.  «Έπλενε τα πιάτα η παστρικιά η μάνα σου κι έπιασε με τις σαπουνάδες το πρόσωπό της, όταν την κοίταξε ο άγιος». Μου το έλεγε για χρόνια κι έτσι εγώ πίστεψα πως υπάρχουν άγιοι που σημαδεύουν τους ανθρώπους.

Με τον καιρό το σημάδι μου απάλυνε, μέχρι που στην μέση της εφηβείας δεν φαινόταν καθόλου πια, αλλά δεν συνέβη το ίδιο και με την αντιπάθεια της γιαγιάς για την νύφη της. «Είναι πουτάνα η μάνα σου» μου’λεγε. «Κοίτα μη γίνεις κι εσύ τέτοια». Κι άντε δώστου μ’ έβαζε να τη συνοδεύω στον Άγιο Συμεών για ν’ ανάψει ένα κερί και ν’ αφορίσει τις μελλοντικές σεξουαλικές μου επιδόσεις.

Πίσω απ’ την εκκλησία του Αγίου Συμεών υπήρχε ένα παρκάκι που δεν φαινόταν απ’ το δρόμο, με δύο ψωριασμένους φοίνικες και τέσσερεις, πέντε τεράστιες ιτιές που πάντα λέγαμε με τις φίλες μου ότι μας κοιτούσαν αφ’ υψηλού. Τις μισούσαμε και γι’ αυτό γδέρναμε τον κορμό τους με τα μηνύματά μας.

Ε.π Δ.

Εκεί είχαμε πηδηχτεί οι περισσότερες στη δευτέρα λυκείου. Λες κι είχαμε υποσχεθεί η μία στην άλλη να μην βγάλουμε παρθένες εκείνη τη χρονιά. Όρθιες, με την πλάτη σε κάποια από τις ιτιές κι ένα κουβερτάκι γαλαζωπό που το έδινε η μία στην άλλη για να μην γδέρνεται η πλάτη μας. Σιχαινόμασταν να το στρώσουμε κάτω, γιατί το παρκάκι ήταν γεμάτο με πεταμένα τσιγάρα, τσιγαριλίκια, συσκευασίες από προφυλακτικά, ξεφούσκωτες μπάλες ποδοσφαίρου, καμένα λάστιχα από παλιά ποδήλατα, μπαταρίες και κάποιες φορές σύριγγες από τελειωμένα πρεζάκια που δεν τους ενδιέφερε και πολύ η οικολογία.

Ήταν όμως η δεκαετία του ογδόντα κι η ζωή μου θα άλλαζε πολύ σύντομα, όταν η μάνα μου θα έφευγε τελικά με κάποιον. Την είχα δει μια φορά να του χαμογελάει.  Δεν είχαμε νέα της εδώ και χρόνια, μέχρι που πέθανε η γιαγιά κι ήρθε στην εκκλησία του Αγίου Συμεών κι έκατσε απέξω στα σκαλιά και περίμενε να βγούμε. Δεν της μίλησα, παρότι την αναγνώρισα αμέσως πίσω από τα μαύρα γυαλιά και το καπέλο στο κεφάλι. Ύστερα την είδα στην είσοδο του νεκροταφείου και μετά στο καφενείο, ανάμεσα στο κουλούρι και το κονιάκ. Τα κονιάκ, για να είμαι πιο ακριβής. Είχα βρει τον τρόπο να πίνω αλκοόλ που κανονικά μου απαγόρευε ο μπαμπάς. Γυρνούσα τα τραπέζια με το μικρό μου ποτηράκι, κι όλοι οι συγγενείς με κερνούσαν για να συγχωρέσει ο Θεός τη γιαγιά. Τη συγχώρεσε άραγε; Θεός είναι αυτός, θα μπορούσε θεωρητικά.

Εγώ όμως πίστευα πως έπαιξε ρόλο που έφυγε η μαμά μου απ’ το σπίτι και δεν μπορούσα να τη συγχωρέσω ακόμα. Και τώρα νάτη η μαμά μου, μόλις η γιαγιά γύρισε πίσω στο δημιουργό της, να με κοιτάζει μέσα απ’ τους πολλούς κι εγώ να θέλω να τρέξω μακριά απ’ τα μαύρα, μέσα στην αγκαλιά της.

Αλλά δεν το έκανα για τον πατέρα μου, που κι εκείνος πρέπει να την είδε, γιατί από εκεί και πέρα μου ζήτησε να καθίσω δίπλα του, μού πήρε το ποτηράκι του κονιάκ, και μου έσφιγγε γερά το χέρι μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο. Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω στο δρόμο προς το σπίτι. Ήταν πάντα τόσο όμορφη όσο πίσω από τα μαύρα της γυαλιά; Γιατί δεν έχει θαμπώσει κι εκείνη; Γιατί δεν είναι  τόσο σπασμένη όσο εσύ μπαμπά; Όμως ήμουν ενήλικη πια και δεν μου επιτρεπόταν να κάνω πια ερωτήσεις.

Ελευθερία Μιχαηλίδη

 

Σχόλιο(1)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. η διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα απαιτούμενα πεδία είναι επισημασμένα *

c

Lorem ipsum dolor sit amet, unum adhuc graece mea ad. Pri odio quas insolens ne, et mea quem deserunt. Vix ex deserunt torqu atos sea vide quo te summo nusqu.