ΧρονογράφημαΤο καινούργιο σπίτι

Το καινούργιο σπίτι

Ξυπνάω από τον ήχο του κρύου αέρα έξω από το παράθυρο. Σηκώνομαι και ανοίγω τις κουρτίνες, γνωρίζοντας το τοπίο που θ’ αντικρύσω. Εδώ είναι το πρώτο αληθινά δικό μου σπίτι, το πρώτο γεωγραφικό μήκος και πλάτος που δεν με σπρώχνει να συνεχίσω το ταξίδι. Επιτέλους ακούμπησα κάτω τις βαλίτσες. Είμαι 40 χρόνων. Μέχρι τώρα το βάρος που ένιωθα ήταν κομμάτι από το σώμα μου. Από εδώ και πέρα θα είναι μοιρασμένο με τους τοίχους και τα έπιπλα, τα κεραμίδια και την αυλή. Θα το παίρνουν τα δέντρα που είναι ριζωμένα γύρω μου και θα το κάνουν σχοινάκι παιδικού παιχνιδιού. Κι αν θέλω, θα παίζω.

Πάω στην κουζίνα και χαϊδεύω το μάρμαρο γύρω απ’ τον νεροχύτη. Είναι καθαρός και καινούργιος, ένα από τα λίγα πράγματα που είχα αντικαταστήσει. Βάζω τον γαλλικό καφέ φουντούκι να γίνεται και στέκομαι λίγο να ρουφήξω την πρώτη μυρωδιά. Αλλά δεν θέλω να καθυστερήσω άλλο. Αρπάζω τον σκούφο και το κασκόλ μου από τον καλόγηρο, βάζω τις μπότες πάνω από την πιτζάμα και βγαίνω.  

Φτυαρίζω το χιόνι από την πόρτα του σπιτιού και συνεχίζω ως τον ξύλινο φράκτη στο τέλος της αυλής. Χτυπάω το καμπανάκι και εύχομαι να δω πολλούς φίλους και ταξιδιώτες να περνούν τη χαμηλή πορτούλα μέσα στον καινούργιο χρόνο. Μετά επιστρέφω στο σπίτι, γεμίζω καφέ στην αγαπημένη μου κούπα «Anything goes», πατάω το play στον Cole Porter και βάζω στο σκυλί να φάει. Κάθομαι στην πολυθρόνα που κοιτάει έξω απ’ την μεγάλη μπαλκονόπορτα του σαλονιού και επιτρέπω στα μάτια μου να σβήσουν τις εικόνες που είχαν κουβαλήσει από κάθε μεριά της γης. Σχεδόν βλέπω τις σκιές από ανθρώπους, σκέψεις, αγωνίες και απολαύσεις να τρέχουν στο ξύλινο πάτωμα και από εκεί στις ρίζες της ψυχής του κόσμου που περνάει κάτω απ’ το καινούργιο μου σπίτι και  διψάει για λίγη σταθερή ευτυχία.

Αυτό το κείμενο λοιπόν δεν θα έχει δηλητηριασμένα μήλα και κακές μάγισσες, δεν θα έχει ούτε πρίγκηπα, σκέφτομαι με ενθουσιασμό κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Κανείς δεν θα σώσει κανέναν, γιατί κανείς δεν χρειάζεται σωτηρία. Ότι μας διηγήθηκαν δεν ήταν δικό μας, αλλά το δεχτήκαμε ως τέτοιο και αναγκάσαμε το σώμα σε μία διαρκή, φαντασιακή κύηση που ανήκε τελικά σε άλλους. Νομίσαμε ότι θα βλέπαμε κάτι να δημιουργείται, αλλά ποτέ δεν φτάσαμε εκεί που μας περίμεναν. Τέρμα. Δεν θα παλέψουμε ξανά με ανεμόμυλους. Γιατί τώρα ξέρουμε ότι δεν χρειαζόμαστε άλλες μάταιες μάχες στη ζωή μας.

Που να ήξερα τι αλλαγές με περίμεναν όταν τρεις μήνες πριν ανέβηκα στο αγαπημένο μου βουνό, εκεί που ακόμα κρύβονται οι Νύμφες και οι Κένταυροι, και αγόρασα το παλιό σπίτι ενός γέρου κτηνοτρόφου. Ήθελε να πάει να μείνει στο χωριό πια, δίπλα στα εγγόνια του, γιατί τον πόναγαν τα πόδια του και αυτό του φαινόταν σημάδι ότι ο Θεός του έλεγε να ξεκουραστεί. Τα πούλησε όλα λοιπόν σε νέους ανθρώπους όπως έλεγε. Τα ζώα, τη στάνη, το σπίτι στους πρόποδες του βουνού. Μέσα από τα δικά του μάτια δέθηκα αμέσως με το σπίτι και με τη γη και αποφάσισα ν’ ακουμπήσω  βαλίτσες για όσο άντεχα.

Τώρα κάθομαι μέσα στην ζεστή πολυθρόνα μου και ανοίγω ένα-ένα όλα τα γράμματα που έχω λάβει από κάθε πιθανή γωνιά μιας γης. Ζυγίζουν όσο το χαρτί στα απλωμένα πόδια μου. Τα ανοίγω, τα ξεδιπλώνω και τα διαβάζω. Σκέφτομαι πως κάποια στιγμή θα ήθελα να τα σιδερώσω και να τα αρχειοθετήσω κατά ημερομηνίες. Ίσως αργότερα. Τώρα μου αρέσει το γρανιτένιο τσαλάκωμα του χρόνου που χαράζει  σταυρούς στις σελίδες. Ακολουθώ τις καμπύλες του γραφικού χαρακτήρα, τα διασπασμένα «π», τα καλλιγραφικά «λ», τα αδιάφορα, σχεδόν χαμένα «α». Σκέφτομαι πως ίσως αν τα είχα διαβάσει έτσι κάποτε, σήμερα να ήμουν σαν τους αποστολείς τους που   έμειναν ανώνυμοι μέσα στην πόλη με τα αυτοκίνητα να ζούνε καθημερινά πρωί-απόγευμα στις ουρές της εθνικής οδού. Κι εγώ που έφυγα? Μπορεί και να άλλαξα, αλλά φοβάμαι ακόμα μήπως δεν ξεπεράσω τον θεό της πόλης. Γι’ αυτό ξεδιπλώνω συνεχώς τους δρόμους που αγάπησα, τους μετράω ξανά και κάθε φορά τους βρίσκω μακρύτερους.

Ελευθερία Μιχαηλίδη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. η διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα απαιτούμενα πεδία είναι επισημασμένα *

c

Lorem ipsum dolor sit amet, unum adhuc graece mea ad. Pri odio quas insolens ne, et mea quem deserunt. Vix ex deserunt torqu atos sea vide quo te summo nusqu.